φῦσαν

φῦσαν
φύω
bring forth
aor part act fem acc sg
φύω
bring forth
aor part act neut nom/voc/acc sg
φύω
bring forth
aor ind act 3rd pl (homeric ionic)
φύω
bring forth
aor ind act 3rd pl (homeric ionic)
φῦσα
pair of bellows
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • φυσᾶν — φῡσᾶν , φύω bring forth aor part act fem gen pl (doric aeolic) φῡσᾶν , φῦσα pair of bellows fem gen pl (doric aeolic) φῡσᾶν , φυσάω blow pres part act masc voc sg (doric aeolic) φῡσᾶν , φυσάω blow pres part act neut nom/voc/acc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσᾷν — φῡσᾷν , φυσάω blow pres inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φύσαν — φύσας aor part act neut nom/voc/acc sg φύζω aor part act neut nom/voc/acc sg φύζω aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Emphysema — For the condition describing air trapped under the skin, see subcutaneous emphysema. Emphysema Classification and external resources A lateral chest x ray of a person with emphysema. Note the barrel chest and flat diaphragm …   Wikipedia

  • PHYSCON — cognomen unius ex Ptolemaeis, non ἀπὸ τοῦ φυσᾷν, ut quidam volunt, sed a φύσκη, venter, unde φύσκων, ventriosus. Forte etiam sic appellatus est, quod ad libidinem propensioris naturae esset. Φύσκη enim proprie botulus est, παχὺ ἔντερον, quod… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κύστη — Υμενώδης θύλακος του σώματος στον οποίο συλλέγεται υγρό· η ουροδόχος κ. Ονομάζεται επίσης παθολογική παραγωγή ή ανάπτυξη που σχηματίζεται από νεόπλαστη θήκη ή κοιλότητα, που περιέχει ρευστή, πολτώδη ή σπάνια στερεή ουσία ή αέρα. Κ. καλείται… …   Dictionary of Greek

  • φυσώ — φυσῶ, άω, ΝΜΑ, και ιων. τ. φυσῶ, έω, Α [φῡσα] 1. παράγω, προξενώ αέρα 2. (για άνεμο) πνέω 3. (για πρόσ.) κατευθύνω ρεύμα αέρα προς μία κατεύθυνση με το στόμα ή με φυσερό 4. προσπαθώ να ανάψω ή να δυναμώσω τη φωτιά με φύσημα (α. «φύσα λίγο τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”